Με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή η Ρωσία υποχρέωσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία: α) σε καταβολή πολεμικής αποζημίωσης τεσσάρων εκατομμυρίων χρυσών ρουβλίων, β) σε κατοχύρωση της αυτονομίας των ηγεμονιών Μολδαβίας και Βλαχίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας των Τατάρων της Κριμαίας, γ) σε αναγνώριση του δικαιώματος προστασίας των ορθόδοξων χριστιανών υπηκόων της Πύλης από τον τσάρο, δ) σε παροχή του δικαιώματος της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στον Εύξεινο στα υπό ρωσική σημαία εμπορικά πλοία και του ελεύθερου εμπορίου εντός της οθωμανικής επικράτειας για τους ρώσους υπηκόους και ε) την ελευθερία δημιουργίας ρωσικών προξενείων, σε όποια οθωμανική πόλη η τσαρική κυβέρνηση έκρινε σκόπιμο.
Η Αικατερίνη Β΄ δεν παραιτήθηκε ωστόσο από το μεγάλο σχέδιο της, τη διάλυση δηλαδή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Το Σεπτέμβριο του 1782 έκανε καθαρό το σχέδιο της αυτό (το επονομαζόμενο “ελληνικό”) στον αυτοκράτορα της Αυστρίας Ιωσήφ Β΄.
Πρότεινε αντιοθωμανική ρωσο-αυστριακή συμμαχία. Η Αυστρία θα κατακτούσε τη βόρεια Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη. Η Ρωσία θα λάμβανε υπό την προστασία της το νέο Βυζαντινό Κράτος που θα περιελάμβανε τη Θράκη με την Κωνσταντινούπολη και τα στενά, τη Βουλγαρία, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία και θα είχε για ηγεμόνα τον εγγονό της Αικατερίνης Β΄ Κωνσταντίνο ( που για το λόγο αυτό είχε λάβει το όνομα του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα). Η Βλαχία και η Μολδαβία θα αποτελούσαν το ενιαίο Βασίλειο της Δακίας με ηγεμόνα το ρώσο αριστοκράτη Ποτέμκιν .
Ο Ιωσήφ Β΄, δέχτηκε την αντιοθωμανική συμμαχία, διαβλέποντας όμως ότι τόσο το Βυζαντινό Κράτος όσο και εκείνο της Δακίας, θα μετατρέπονταν γρήγορα σε ρώσικες επαρχίες, κράτησε επιφυλάξεις για τον τρόπο διανομής των εδαφών. Η Ρωσία όμως βιαζόταν. Ένα χρόνο αργότερα παραβιάζει τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και προχωρά στην προσάρτηση της Κριμαίας. Ο Γρηγόρης Ποτέμκιν αναλαμβάνει τη δημιουργία πολεμικού ναυστάθμου στη Σεβαστούπολη, στα εγκαίνια του οποίου παραβρίσκονται το 1787, τόσο η Αικατερίνη Β΄ όσο και ο αυτοκράτορας της Αυστρίας Ιωσήφ Β΄.
Τον ίδιο χρόνο ξεσπά ο πόλεμος των συμμάχων Ρωσίας – Αυστρίας κατά της Πύλης. Η Αυστρία καταλαμβάνει το πασαλίκι του Βελιγραδίου και μέρος της Βοσνίας, τελικά όμως ηττάται από τους Οθωμανούς υποχωρεί και συνθηκολογεί μονομερώς (1791). Αντίθετα τα ρωσικά στρατεύματα προελαύνουν στα παράλια του Ευξείνου και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Η Πύλη αναγκάζεται να υπογράψει το 1792 συνθήκη ειρήνης στο Ιάσιο. Με αυτή παραχωρεί στη Ρωσία τις βόρειες ακτές του Ευξείνου και αναγκάζεται να ανανεώσει όλους τους όρους της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή.
Ήδη όμως υπάρχει ένας νέος παράγοντας που ανατρέπει δραματικά τις ισορροπίες στην Ευρώπη. Πρόκειται για τη γαλλική επανάσταση του 1789 με τις τεράστιες κοινωνικοπολιτικές συνέπειες της αλλά κυρίως τη στρατιωτική δύναμη που αποκτά υπό την αρχηγία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και το θανάσιμο κίνδυνο που συνιστά για όλες τις ευρωπαϊκές μοναρχικές αυλές της εποχής.
Οι επιτυχίες των στρατού του Ναπολέοντα σε όλα τα μέτωπα είναι τέτοιες που ανατρέπουν προσωρινά όλες τις παραδοσιακές συμμαχίες και αντιπαλότητες μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.
Η ρωσική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί παρά να επηρεαστεί δραματικά από αυτές τις εξελίξεις. Η προέλαση του Βοναπάρτη στην Ιταλία, η εκστρατεία του στην Αίγυπτο και οι προς ανατολάς βλέψεις του (που θα καταλήξουν αργότερα μέχρι και στην κατάκτηση της Μόσχας) οδηγούν το 1798 σε πρόσκαιρη ρωσο-οθωμανική συμμαχία, η οποία θα καταλήξει, όσον αφορά τα ελλαδικά πράγματα, σε εκδίωξη των Γάλλων και στην κατάληψη υπό του ρωσικού και οθωμανικού στόλου των νήσων του Ιονίου τον Φεβρουάριο του 1799 και στη δημιουργία τον Μάρτιο του 1800 της υπό την επικυριαρχία της Πύλης Ιονίου Πολιτείας.
Στην Κέρκυρα, πρωτεύουσα της νεοσύστατης πολιτείας των επτανήσιων αριστοκρατών, οι Ρώσοι συναντούν τον άνθρωπο που χρειάζονταν για τους μελλοντικούς επιτελικούς χειρισμούς τους στο ανατολικό ζήτημα: τον νεαρό γιατρό και κόμη Ιωάννη Καποδίστρια.
Γιος του ρωσόφιλου κόμη Αντωνίου – Μαρία Καποδίστρια ( ανακηρυγμένος υπό του τσάρου Ιππότης του τάγματος της Ιερουσαλήμ, για την προς τη Ρωσία υπηρεσίες του), στρατολογείται το 1803 σαν πράκτορας από τον ζακυνθινής καταγωγής πληρεξούσιο υπουργό της Ρωσίας στα Επτάνησα κόμη Γεώργιο Μοτσενίγκο και αναλαμβάνει γραμματέας (: υπουργός) Εξωτερικών Ναυτικών και Εμπορίου της Δημοκρατίας των Επτανήσων (όπως μετονομάστηκε).
Ο Ιωάννης Καποδίστριας δουλεύει με ζήλο για την προώθηση των ρωσικών συμφερόντων και διακηρύσσει παντού ότι μόνο η Ρωσία έχει τη δύναμη και τη θέληση να βελτιώσει την τύχη των ελλήνων προυχόντων. Την ευαρέσκεια του προς τον Ι. Καποδίστρια, για την υπό την καθοδήγηση του Γ. Μοτσενίγκου προς την Ρωσία προσφερομένων υπηρεσιών, εκφράζει εγγράφως ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ στις 15 Μαρτίου 1804, αμείβοντάς τον ταυτόχρονα με το αξίωμα του Συμβούλου.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι ο πρώτος υπουργός ελληνικής πολιτείας που στρατολογείται και εργάζεται για τα συμφέροντα της Ρωσίας. Τη θέση αυτή στα Επτάνησα την κρατά μέχρι τον Ιούλιο του 1807, οπότε με τη ρωσο-γαλλική συνθήκη του Τίλσιτ, τα νησιά επανέρχονται στη γαλλική κυριαρχία.
Ήδη από το 1806 η Ρωσία ξαναβρίσκεται σε πόλεμο με την Τουρκία και ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ παζαρεύει ανεπιτυχώς με τον Ναπολέοντα την εφαρμογή του “ελληνικού σχεδίου” της γιαγιάς του Αικατερίνης Β΄, περί ρωσικής ανασύστασης του Βυζαντίου. Ο Βοναπάρτης αρνείται τελικά τις ρωσικές προτάσεις, θεωρώντας πως η Κωνσταντινούπολη δεν είναι απλώς μία πόλη αλλά η “αυτοκράτειρα του κόσμου”. Εντυπωσιάζεται ωστόσο από το γεγονός, όπως γράφει ο Γκρόσβενορ, ότι “καμιά τιμή δεν ήταν αρκετά υψηλή, κανένας όρος αρκετά βαρύς ώστε ο ρώσος τσάρος να μην τον είχε αποδεχθεί ευχαρίστως προκειμένου να αποκτήσει αυτή την πόλη”.
Ο Καποδίστριας αποτελεί το βασικό πρωταγωνιστή στην ιστορία της Εταιρείας των Φιλικών, γεγονός που επιβάλει ώστε η δομή της παρούσας αφήγησης να περιστρέφεται στο εξής γύρω από το πρόσωπο του.
Ο ρόλος του ρώσου πράκτορα στα γαλλοκρατούμενα Επτάνησα διαρκεί μόνο για ένα χρόνο καθώς ο τσάρος έχοντας εκτιμήσει τις ικανότητες του Καποδίστρια, τον ονομάζει ιππότη του παρασήμου της Αγίας Άννας Β΄ τάξεως, τον διορίζει στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών και του στέλνει χρήματα για να μεταβεί στην Πετρούπολη και να αναλάβει νέα σημαντικότερα καθήκοντα.
Διαβάζοντας την από 27 Μαίου 1808 επιστολή του ρώσου καγκελαρίου Ρουμιάντσεφ, με την οποίο ενημερώνεται για τη νέα θέση που του προσφέρει ο τσάρος, ο Καποδίστριας αποφασίζει, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, να αφιερώσει στον τσάρο Αλέξανδρο ολόκληρη τη ζωή του, “εάν η ταπεινή αύτη προσφορά ηδύνατο να είναι αρεστή εις την Αυτού Αυτοκρατορικήν Μεγαλειότητα”.
Τον Ιανουάριο του 1809 ο Καποδίστριας φτάνει στην Πετρούπολη και συναντά για πρώτη φορά τον Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος του ανακοινώνει πως τον θεωρεί αφοσιωμένο και έμπιστο άνθρωπό του. Τη νέα του θέση του συμβούλου στο υπουργείο Εξωτερικών αναλαμβάνει το Μάιο με ετήσιες αποδοχές 3000 χάρτινων ρουβλίων.
Ο καγκελάριος Ρουμιάντσεφ αναθέτει στον Καποδίστρια τη συστηματική παρακολούθηση της κατάστασης στα Βαλκάνια και την περιοδική σύνταξη υπομνημάτων. Για την άντληση των πληροφοριών του ο Καποδίστριας εκτός από τις πηγές του ρωσικού υπουργείου, οργανώνει ένα προσωπικό δίκτυο με δικούς του ανθρώπους που ζούσαν στην οθωμανική επικράτεια.
Ο Καποδίστριας ανταμείβεται για τις υπηρεσίες του με προαγωγή στη θέση του εκτάκτου γραμματέα στη ρώσικη πρεσβεία της Βιέννης. Στην αυστριακή πρωτεύουσα φτάνει τον Οκτώβριο του 1811 και αντιμετωπίζει την ψυχρότητα του ρώσου πρεσβευτή κόμη Στάκελμπεργκ που υποψιάζεται πως ο νέος υφιστάμενος του έχει αποστολή την παρακολούθησή του. Ο κύρια εργασία του Καποδίστρια είναι η συγκρότηση δικτύου πληροφοριών για τα οθωμανικά πράγματα, αποτελούμενο από ρωσόφιλους ρωμιούς εμπόρους που έχουν ως έδρα των οίκων τους τη Βιέννη αλλά οι οικονομικές δραστηριότητές τους απλώνονται σε όλη τη Βαλκανική.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας Κλήμης Μέττερνιχ, ο σημαντικότερος διπλωμάτης της εποχής, διέκρινε την επικινδυνότητα του Καποδίστρια από τις πρώτες μέρες της άφιξης του στη Βιέννη και ζητάει από τον αυστριακό υπουργό της Αστυνομίας Χάγκερ τη συστηματική παρακολούθησή του. Στις 14 Νοεμβρίου ο Χάγκερ ενημερώνει εγγράφως το Μέττερνιχ για τα αποτελέσματα των ερευνών του αναφορικά με τον μυστικό τούτο πράκτορα της Ρωσίας: “Δεν υπάρχει αμφιβολία, γράφει, ότι ο Καποδίστριας προώρισται εκτός του κυρίου (:επισήμου) ρόλου του να προσηλυτίση και οργανώση κατά το πνεύμα της ρωσικής πολιτικής τους εν Βιέννη Έλληνας. Τούτο συνάγεται και εκ των ημετέρων ερευνών, καθ’ ας συνδέεται ούτος μετά τινών πλουσίων ελληνικών εμπορικών οίκων με διακλαδώσεις διά των οποίων είναι εις θέσιν ο Καποδίστριας όχι μόνο να ασκήση επιρροήν επί άλλων, αλλά και να συγκεντρώση δι’ αυτών πληροφορίας πολιτικής φύσεως εκ πολλών περιοχών”.
Η ιδέα του Καποδίστρια για την ανάληψη συστηματικής προσπάθειας προσανατολισμού των ορθοδόξων υπηκόων της Πύλης στην κατεύθυνση της οργάνωσης μιας γενικευμένης εξέγερσης υπό ρωσική καθοδήγηση, υπάρχει σε διάφορα υπομνήματά του αυτής της περιόδου προς το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, σύμφωνα με το ρώσο ιστορικό Γρηγόρη Αρς. Το σχέδιο του Καποδίστρια, είναι εξάλλου απόλυτα σύμφωνο με το πνεύμα της ρώσικης πολιτικής, που κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 1806 – 1812, υποκινεί, εξοπλίζει και χρηματοδοτεί τη σερβική εξέγερση του Τσέρνι Τζόρτζε (Καραγιώργεβιτς).
Λίγο πριν την εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία, ο Καποδίστριας φεύγει για το Βουκουρέστι όπου αναλαμβάνει στις αρχές Ιουνίου του 1812 το διπλωματικό γραφείο του Ρώσου αρχιστράτηγου Τσιτσαγκόφ. Ο Καποδίστριας παραμένει στη θέση του και μετά την αντικατάσταση του Τσιτσαγκόφ από το στρατηγό Μπάρκλε ντε Τόλλυ, το Φεβρουάριου του 1813. Για τις υπηρεσίες του την περίοδο του ρωσο-γαλλικού πολέμου ο Καποδίστριας παρασημοφορείται τρεις φορές από τον τσάρο. Στη συνέχεια, με εντολή του τελευταίου μεταβαίνει στην Ελβετία το Νοέμβριο του 1813 όπου και επιχειρεί να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις προς όφελος των ρώσικων συμφερόντων.
Με το τέλος της κυριαρχίας του Ναπολέοντα στην Ευρώπη και την απόσυρσή του στη νήσο Έλβα, οι νικητές συγκαλούν στη Βιέννη το συνέδριο Ειρήνης . Η επίσημη ρωσική αντιπροσωπεία αποτελείται από τους Ραζουμόφσκι, Νέσελρον και Στάκελμπεργκ. Ο άνθρωπος όμως που ουσιαστικά θα ηγηθεί της ρωσικής διπλωματίας σε απευθείας συνεννόηση με τον Αλέξανδρο Α΄, είναι ο Ιωάννης Καποδίστριας που φτάνει στην αυστριακή πρωτεύουσα τον Οκτώβριο του 1814. Όπως εξομολογείται ο τσάρος στη Ρωξάνη Στρούζα, ο Καποδίστριας είναι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να αντιπαρατεθεί με επιτυχία στο Μέττερνιχ.
Στη Βιέννη, κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου, ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ και ο Καποδίστριας έχουν ήδη αποφασίσει να προχωρήσουν στη δημιουργία συνωμοτικής οργάνωσης αποτελούμενης από ορθόδοξους Ρωμιούς, η οποία θα βρισκόταν υπό την άμεση καθοδήγηση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών και θα εργαζόταν για την προετοιμασία της εξέγερσης του χριστιανικού πληθυσμού της Ελλάδας κατά της Πύλης και για τη δημιουργία πολιτικών προϋποθέσεων που θα επέτρεπαν τη στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας στο πλευρό των “εξεγερμένων” με την συγκατάθεση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και τελικό σκοπό την επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος (του διαμελισμού δηλαδή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) σύμφωνα με τα ρωσικά συμφέροντα.
Η εξυπηρέτηση των ρωσικών συμφερόντων στα Βαλκάνια είχε δύο μορφές: την άμεση προσάρτηση εδαφών ή τη δημιουργία εξαρτημένων κρατών προτεκτοράτων. Μέχρι εκείνη την εποχή η Ρωσία είχε επιτύχει να επιβάλει την συγκυριαρχία της στη Μολδαβία και τη Βλαχία, είχε δε προετοιμάσει το έδαφος για την επίλυση του σερβικού ζητήματος σύμφωνα με τα σχέδιά της. Στη Βιέννη, ο Αλέξανδρος Α΄ και ο Καποδίστριας έχουν προαποφασίσει για το 1821 και το μέλλον της Ελλάδας.
Το γεγονός του ότι ούτε ο τσάρος ούτε ο Καποδίστριας ανακοίνωσαν ποτέ δημόσια αυτές τις αποφάσεις τους, είναι απόλυτα λογικό και συνεπές με την πάγια παράδοση της ρωσικής διπλωματίας. Είναι χαρακτηριστικά πάνω σε αυτό, όσα έγραφε στις 6 Ιουνίου 1812 ο Καποδίστριας στο ναύαρχο Τσιτσαγκόφ: “Μυστικό δεν υπάρχει αν σε αυτό έχουν μυηθεί αρκετοί”. Και στο ίδιο υπόμνημα μιλώντας για το μηχανισμό παραπληροφόρησης που είχε μεθοδικά στήσει για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, προσθέτει: “Έχω φίλους και γνωστούς ανάμεσα στους παλιούς διαδοσίες έλληνες εμπόρους και τραπεζίτες. Σε όλους αυτούς έχω υποσχεθεί να τους τροφοδοτώ με ειδήσεις. Έχοντας την τιμή να είμαι κοντά στην εξοχότητα σας, μπορώ να τους κάνω να πιστέψουν πραγματικά ό,τι θα ήθελα εγώ, στη σφαίρα της πολιτικής”.
Ο Καποδίστριας ξεκινώντας τη δημιουργία της συνωμοτικής κίνησης εκμεταλλεύεται ένα γεγονός που του επιτρέπει να θολώσει τα νερά και του παρέχει μελλοντικά κάλυψη από πιθανές υποψίες.
Πέντε προύχοντες των Αθηνών (που εκείνη την εποχή ήταν ένα κεφαλοχώρι) είχαν φτιάξει μια εταιρεία για τη μελέτη των αρχαίων μνημείων και την ξενάγηση των ευρωπαίων περιηγητών. Την εταιρεία την είχαν ονομάσει Φιλόμουσο Εταιρεία των Αθηνών κατά ευτυχή δε σύμπτωση για τον Καποδίστρια ένας από τους ιδρυτές της, ο Αλέξανδρος Λογοθέτου Χωματιανός, ανήκε σε οικογένεια που αρκετά μέλη της στο παρελθόν είχαν διατελέσει πρόξενοι της Αγγλίας, άρα στα μάτια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ήταν καθαρή (: μη ρώσικη).
Ο Καποδίστριας ανακοίνωσε λοιπόν πομπωδώς κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου της Βιέννης ότι λαμβάνει την πρωτοβουλία να δημιουργήσει μια εταιρεία με την ίδια ονομασία που θα συγκέντρωνε χρήματα για να βοηθήσει τη Φιλόμουσο Εταιρεία των Αθηνών αλλά και για να προωθήσει παράλληλα τις αρχαιοελληνικές σπουδές στην Ευρώπη. Για να μη δημιουργήσει υποψίες άρχισε να μαζεύει δημόσια συνδρομές από όλα τα επίσημα πρόσωπα, ανακοίνωσε μάλιστα ότι ο ίδιος τσάρος και η τσαρίνα πρόσφεραν 200 και 100 ολλανδικά δουκάτα αντίστοιχα.
Στενοί συνεργάτες τους στην ηγεσία της Φιλομούσου Εταιρείας διόρισε δυο απόλυτα έμπιστους του παπάδες, τον εκδότη της εφημερίδας Λόγιος Ερμής αρχιμανδρίτη Αβραάμ Αγγελάτη ή Άνθιμο Γαζή και τον Ιγνάτιο, πρώην μητροπολίτη Άρτας διωγμένο το 1805 από τον Αλή Πασά και διορισμένο από τους Ρώσους (μέχρι το 1812 που αποσύρθηκαν τα στρατεύματα τους από τις παραδουνάβιες ομοσπονδίες) μητροπολίτη Ουγγαροβλαχίας. Αυτοί οι δύο θα αποτελούσαν και το σύνδεσμο ανάμεσα στη Φιλόμουσο Εταιρεία και την συνωμοτική οργάνωση που θα υλοποιούσε τα ρώσικα σχέδια στην Ελλάδα: την Εταιρεία των Φιλικών ή Φιλική Εταιρεία. Ο Γαζής μάλιστα θα γίνει μέλος της ηγεσίας της Φιλικής με αρχικά “Α.Ζ.”.
Βρισκόταν λοιπόν πολύ κοντά στην αλήθεια ο πρίγκιπας Νικόλαος Υψηλάντης, όταν έγραφε πως μια “έμπνευση έκαμε τον κύριο Καποδίστρια, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου της Βιέννης, να εγγράψει συνδρομητή την Ιερά Συμμαχία σε μιαν εταιρεία ονομαζόμενη των Αθηνών ή των Φιλομούσων, που την είχε εμπνευστεί ο ίδιος, και της οποίας η ίδρυση μύριζε πραγματικά τους πάγους της Πετρούπολης. Όλη η Ευρώπη άκουσε να μιλούν γι’ αυτήν. Αυτή λοιπόν η εταιρεία έδωσε αφορμή να γεννηθεί η άλλη (: η Φιλική)”.
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η Εταιρεία των Φιλικών προϋπήρχε στο αρχικό σχέδιο, το οποίο βελτιώθηκε με τη παροχή νόμιμης κάλυψης από τη Φιλόμουσο Εταιρεία. Οι παράνομες ενέργειες της συνωμοτικής εταιρείας θα συσκοτιστούν στο εξής από τη δημόσια δράση της Φιλομούσου.
Η ελληνική ιστοριογραφία στο σύνολο της έχει αρνηθεί όχι μόνο την καθοδήγηση της Εταιρείας των Φιλικών από τον Καποδίστρια, που από τις 11 Σεπτεμβρίου 1815 ήταν υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, αλλά και οποιαδήποτε σχέση του με τους Φιλικούς. Ορισμένοι μάλιστα, λαμβάνοντας μετρητοίς τις εναντίον των Φιλικών δημόσιες ανακοινώσεις του, τον κατέταξαν στους μεγαλύτερους αντιπάλους της Εταιρείας. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με μία πλήρη αντιστροφή των γεγονότων. Πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι η αποκάλυψη του Καποδίστρια ως αρχηγού των Φιλικών δεν είναι κάτι το εύκολο, μια και ο υπουργός του τσάρου εφάρμοσε στη ζωή του ευλαβικά την προαναφερόμενη αρχή ότι το μυστικό παύει να είναι μυστικό όταν κοινοποιείται.
Από όσο γνωρίζω, μόνο ο ρουμάνος ιστορικός και ακαδημαϊκός Αντρέι Οτέτεα, μετά από έρευνα που πραγματοποίησε στα αρχεία της Ρωσίας και της Βουδαπέστης, έχει υποδείξει τους πραγματικούς εμπνευστές και κρυφούς οργανωτές της Φιλικής Εταιρείας: τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ και τον Ιωάννη Καποδίστρια (προσθέτοντας μάλιστα το ρώσο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Γρηγόρη Στρογκάνοφ).
Στις ελληνικές πηγές, η άκρη του νήματος που οδηγεί στην αλήθεια για τη σχέση του Καποδίστρια με τους Φιλικούς, βρίσκεται σε ένα πολυδιαβασμένο βιβλίο, στα απομνημονεύματα του Γιάννη Μακρυγιάννη. Είναι εκπληκτικό που κανένας ιστορικός δεν πρόσεξε (;) όσα γράφει ο Μακρυγιάννης για τον άνθρωπο που τον μύησε στη Φιλική. Πρόκειται για έναν εξέχοντα προύχοντα της Άρτας που ο Μακρυγιάννης τον είχε γείτονα και φίλο. Γράφοντας λοιπόν για αυτόν αποκαλύπτει τα εξής:
“Πολύ προκομμένος οικονόμος, δεν ήταν άλλος εις την Άρταν τοιούτος και είχε και τέσσερα παιδιά σερνικά. Το ένα απ’ αυτά ήταν εις την Ευρώπη οπού σπούδαζε και ήταν φίλος και αγαπημένος του Καποδίστρια. Το παιδί έσωσε τα έξοδά του και ζήτησε του Καποδίστρια να πάγη να σπουδάξη την γιατρική. Του λέγει ο Καποδίστριας, ότι κάτι καταγινόμαστε να λευτερώσωμεν την Ελλάδα και αν τελειώση αυτό, δεν σου χρειάζεται η γιατρική. Και αν μείνη σου στέλνω από την Ρωσσίαν τα μέσα και πας να σπουδάζεις. Και αν γίνη αυτό σου γράφω και ανταμωνόμαστε. Το παιδί ήρθε στην Άρτα, το είπε του πατέρα του αυτό και έφυγε δια Κορφούς. Πέρασε κάμποσος καιρός, του γράφει ο Καποδίστριας και πήγε και ανταμώθηκαν και τον κατήχησε δια την πατρίδα το μυστικόν”.
Ο Μακρυγιάννης δεν αναφέρει το όνομα αυτής της οικογένειας, οπότε η ιστορική αυτή πληροφορία που ανατρέπει τα καθιερωμένα, φαίνεται μετέωρη. Φαίνεται ωστόσο μετέωρη, γιατί δεν είναι. Και δεν είναι γιατί ο Μακρυγιάννης φωτογραφίζει αυτό το νέο που έχει ζήσει στην Ευρώπη, κατάγεται από γνωστή αρτινή οικογένεια και προφανώς ως πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του Καποδίστρια μετά τη μύησή του θα έχει αναλάβει σημαντική θέση στην Φιλική.
Με βάση λοιπόν αυτά τα στοιχεία και εξετάζοντας τον κατάλογο των μελών της Φιλικής, δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είναι άλλος από τον Χριστόδουλο Λουριώτη.
Ο Λουριώτης μυείται στην Εταιρεία την 1/11/1817 από τον αρτινό συμπατριώτη του Νίκο Σκουφά, τον δεύτερο ουσιαστικά μετά τον Καποδίστρια στην ιεραρχία. Ο Σκουφάς τον στέλνει στην Ιταλία ως υπεύθυνο μύησης των εκεί Ρωμιών. Ο Λουριώτης αρρωσταίνει και πεθαίνει στην Ιταλία ένα χρόνο μετά. Ένας όμως από τους λίγους ανθρώπους που έχει στο μεταξύ μυήσει (από 16/9/1818), ο μοραΐτης Δημήτρης Αδαμόπουλος, φαίνεται πως γίνεται κοινωνός του μεγάλου μυστικού, του ότι δηλαδή πίσω από τον Σκουφά βρίσκεται ο Ιωάννης Καποδίστριας. Διαφορετικά δεν εξηγείται από πού αντλεί το θάρρος ο Αδαμόπουλος να προχωρήσει στις 5/12/1818, στη μύηση του Βιάρου Καποδίστρια, αδελφού του ρώσου υπουργού Εξωτερικών.
Ο Σκουφάς στρατολογεί λοιπόν επισήμως το Λουριώτη, πίσω του όμως βρίσκεται η Αόρατη Αρχή, ο πραγματικός αρχηγός της Φιλικής, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, που κατευθύνει τα νήματά της.
Ο Νικόλαος Σκουφάς, όπως προκύπτει από τους πίνακες μυήσεων της Εταιρείας, είναι ο έμπιστος του Καποδίστρια, ο σύνδεσμος του, ο άνθρωπος κλειδί για τους Ρώσους.
Ο Σκουφάς κατάγεται από το Κομπότι της Άρτας. Το 1814 είναι ένας χρεοκοπημένος τριανταπεντάχρονος μικρέμπορος, ένας κοινωνικά ανυπόληπτος που, σύμφωνα με το Φιλήμονα, εισπράττει καθημερινά την καταφρόνηση και το χλευασμό των Ρωμιών της Μόσχας. Αυτός ο τύπος λοιπόν που έρχεται από το πουθενά και βρίσκεται στο τίποτα, αποφασίζει αίφνης, σύμφωνα με την ελληνική ιστοριογραφία, να φτιάξει μία παράνομη οργάνωση που θα ξεσηκώσει τους χριστιανούς της Ελλάδας σε επανάσταση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας!
Κανένας ιστορικός δεν αναλογίστηκε πως ο Σκουφάς θα είχε αντιμετωπιστεί σαν το χαζό του χωριού, αν πίσω του δεν βρισκόταν το ρώσικο υπουργείο Εξωτερικών και τα νέα σχέδια του τσάρου για το Ανατολικό Ζήτημα.
Εξ αρχής βρίσκεται δίπλα στο Σκουφά, ο εικοσιπεντάχρονος Αθανάσιος Τσακάλωφ. Γόνος γιαννιώτη γουνέμπορου που πλούτιζε στη Μόσχα, ο Τσακάλωφ είχε σπουδάσει στο Παρίσι, όπου συμμετείχε στις εργασίες της μυστικής και φιλικής προς τον Βοναπάρτη οργάνωσης Ελληνόγλωσον Ξενοδοχείον, πληροφορώντας για τις κινήσεις της το ρώσικο υπουργείο Εξωτερικών.
Με την πτώση του Βοναπάρτη και τη διάλυση του Ελληνόγλωσου Ξενοδοχείου, ο Τσακάλωφ επισκέπτεται τον Καποδίστρια το 1814 στη Βιέννη όπου και του ανατίθεται η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Είναι προφανές ότι ο Τσακάλωφ προτείνει στον Καποδίστρια ως συνιδρυτή το Σκουφά, με τον οποίο γνωρίζεται από το 1813. Στον πίνακα μάλιστα των μελών της Ανωτάτης Αρχής της Φιλικής πρώτος βρίσκεται ο Τσακάλωφ με αρχικά “Α.Β.” και δεύτερος ο Σκουφάς με αρχικά “Α.Γ.”. Το ότι ο Σκουφάς καθοδηγεί ουσιαστικά στη συνέχεια τον Τσακάλωφ, αυτό οφείλεται στις συνωμοτικές και οργανωτικές ικανότητές του. Ας σημειωθεί εδώ πως το νούμερο Ένα στον ανωτέρω πίνακα, δηλαδή το “Α.Α.”, απουσιάζει. Πως θα ήταν άλλωστε δυνατόν να φιγουράρει το όνομα του ρώσου υπουργού Εξωτερικών.
Ας έλθουμε τώρα στο τέταρτο κατά σειρά μέλος της Aρχής, τον “Α.Δ.”, το Νικόλαο Γαλάτη.
Ο εικοσιτετράχρονος Γαλάτης φτάνει στην Οδησσό το φθινόπωρο του 1816. Κατάγεται από αρχοντική οικογένεια της Ιθάκης, χρησιμοποιεί τον τίτλο του κόμη και δηλώνει συγγενής του Καποδίστρια, τον οποίο έρχεται για να συναντήσει. Είναι όμορφος, ντυμένος με τη στολή της Ιονίου Εθνοφυλακής και έχει συστατικές επιστολές που του ανοίγουν εύκολα όλες τις πόρτες.
Ο Σκουφάς συναντά τον Γαλάτη, τον μυεί στην εταιρεία και τον κάνει μέλος της Αρχής. Ο Γαλάτης αλληλογραφεί με τον Καποδίστρια, ο οποίος με εντολή του τσάρου τον προσκαλεί στην Πετρούπολη.
Μεταβαίνοντας στην Πετρούπολη ο Γαλάτης σταματά τον Οκτώβριο στη Μόσχα (όπου παραμένει για ένα χρονικό διάστημα) και μυεί στην Εταιρεία τους γιαννιώτες εμπόρους Μάνθο Ριζάρη, Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και Νικόλαο Πατζιμάδη. Ο Πατζιμάδης θα προωθηθεί αργότερα στην ηγεσία με αρχικά “Α.Ξ.”. Προχωρά επίσης σε μια εντυπωσιακή μύηση, αυτή του Αλεξάνδρου Μαυρογορδάτου του Φιραρή (: φυγά), πρώην ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας. Η προσχώρηση του τελευταίου στη Φιλική είναι φανερό πως δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν ο φαναριώτης άρχοντας δεν πειθόταν ότι αρχηγός της ήταν ο Καποδίστριας.
Αρχές του 1817 ο Γαλάτης φτάνει στην Πετρούπολη και συναντάται με τον Καποδίστρια. Η συνάντησή του αυτή όπως και οι κινήσεις του στη ρωσική πρωτεύουσα γίνονται γνωστές στους πράκτορες του βρετανού πρεσβευτή λόρδου Κάθκαρτ, ο οποίος ασφαλώς ενημερώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και την Πύλη. Η ρωσική αστυνομία πληροφορείται το γεγονός και ενημερώνει τον Τσάρο. Ο Καποδίστριας προτείνει τότε στον Τσάρο να προχωρήσουν σε μία κίνηση αντιπερισπασμού. “Συλλαμβάνουν” το Γαλάτη μαζί με δύο άλλα μέλη της Εταιρείας, το Δημήτρη Αργυρόπουλο και το Χριστόφορο Περραιβό. Τις “ανακρίσεις” αναλαμβάνει ίδιος ο αρχηγός της αστυνομίας της Πετρούπολης στρατηγός Ιωάννης Γοργόλης, ρωμαίικης καταγωγής. Ο Καποδίστριας φροντίζει να γίνει γνωστό το γεγονός ώστε να ρίξει στάχτη στα μάτια κάθε ενδιαφερόμενου. Ο Γαλάτης υποτίθεται πως υποχρεώνεται να εγκαταλείψει τη Ρωσία. Πράγματι περνά στη Μολδαβία και φτάνει στο Ιάσιο, με το ψευδώνυμο “Αλεξιανός” και ρώσικο διαβατήριο, έχοντας εντολή από τον Καποδίστρια να εργαστεί για την ανάπτυξη της Φιλικής στις υπό ρώσικη προστασία παραδουνάβιες ηγεμονίες. Τον Γαλάτη υποδέχεται ο ρώσος πρόξενος στο Ιάσιο Πίνης, ο οποίος του δίνει επιστολή με γραπτές οδηγίες του Καποδίστρια και αρκετές χιλιάδες γρόσια για τις ανάγκες του. Ο Γαλάτης προχωρά αμέσως στη μύηση του δραγουμάνου του Πίνη μοραΐτη Γεωργίου Λεβέντη (γιος του Θόδωρου Λεβέντη που υπηρέτησε τους Ρώσους στα Ορλοφικά).
Ο Λεβέντης προάγεται στη συνέχεια από τον Καποδίστρια στη θέση του ρώσου προξένου και μετατρέπει το προξενείο σε γιάφκα της Φιλικής. Σύντομα ανέρχεται και στην ηγεσία της Εταιρείας με αρχικά “Α.Λ.”. Ο Λεβέντης τοποθετεί ως κατάσκοπο το ληστή Χατζή Φαρμάκη (Φιλικός από 2/8/1817), πρώην μισθοφόρο του Καραγιώργεβιτς, στην “υπηρεσία” του οσποδάρου της Βλαχίας Ιωάννη Καρατζά. Ο Φαρμάκης έχει μεσολαβήσει από το Μάιο του 1817 για να συναντηθεί ο Λεβέντης με τον Καραγιώργεβιτς στο σπίτι του Κωνσταντίνου Υψηλάντη στο Ιάσιο και να συντονιστεί η δράση των δύο ρώσικων οργανώσεων (: σέρβικης και Φιλικής). Στο τέλος της συνάντησης, ο Λεβέντης πρόσφερε εκ μέρους της Φιλικής στον Καραγιώργεβιτς, ενίσχυση 4500 ολλανδικά φλουριά.
Όσον αφορά τους δύο άλλους Φιλικούς που “συλλαμβάνονται” μαζί του, πριν αφεθούν ελεύθεροι να συνεχίσουν τη συνωμοτική δράση τους, λαμβάνουν με εντολή του τσάρου από 80 δουκάτα δώρο. Ο Αργυρόπουλος θα διορισθεί αργότερα από τον Καποδίστρια πρόξενος στο Γαλάτσι.
Για τον Περραιβό πρέπει να ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση. Την εποχή της σκηνοθετημένης “σύλληψης” του μισθοδοτείται σαν απόστρατος ταγματάρχης του ρωσικού στρατού και είναι ήδη ένας πετυχημένος πράκτορας των Ρώσων που έχει λάβει μέρος στις επιχειρήσεις κατά του Ναπολέοντα. Την συγκεκριμένη περίοδο εκτελεί αποστολές κατασκοπίας στην περιοχή της Ηπείρου για λογαριασμό του ίδιου του Καποδίστρια. Στο ενεργητικό του έχει όμως μία εκπληκτική επιτυχία. Είναι ο άνθρωπος των Ρώσων που κατόρθωσε να κερδίσει τη φιλία και την εκτίμηση του Βλάχου Ρήγα Βελεστινλή.
Ο Περραιβός προσποιήθηκε πως αποδεχόταν το επαναστατικό πρόγραμμα του Ρήγα για τον εκδημοκρατισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία ενός πολυπολιτισμικού πολυεθνοτικού ανεξίθρησκου κράτους, στηριγμένο στα ιδανικά της γαλλικής επανάστασης. Ενός κράτους “εφιάλτη” για τα επεκτατικά σχέδια της Ρωσίας. Κατόρθωσε όχι μόνο να διεισδύσει στην οργάνωση του Ρήγα και να ενημερώνει το ρώσικο υπουργείο Εξωτερικών για τις κινήσεις του, αλλά και να καταστρέψει όλη την επαναστατική κίνηση την κατάλληλη στιγμή, τότε που ο Βελεστινλής έχοντας αποστείλει επιστολή στο Βοναπάρτη ζητώντας τη βοήθεια του, ξεκινούσε για να περάσει από την Αυστρία στην Ελλάδα. Ο Περραιβός συνοδεύει το Ρήγα στην Τεργέστη όπου και τον καταδίδει στην αυστριακή αστυνομία που τον αναζητά. Η σύλληψη του Ρήγα γίνεται παρουσία του Περραιβού και καταλήγει στην παράδοσή του στους Οθωμανούς που τον εκτελούν μαζί με επτά συντρόφους του.
Για να επανέλθουμε στον Καποδίστρια, αυτός ολοκληρώνει το σχέδιο συσκότισης των αντιπάλων του, γράφοντας γράμματα (αποκήρυξης των ταραχοποιών και ψευδολόγων) στους γνωστούς καλόπιστους ρωμιούς διαδοσίες του, αυτούς που πίστευαν και αναπαρήγαγαν ό,τι επιθυμούσε για τα πολιτικά πράγματα ο δαιμόνιος κόμης (τόσο δαιμόνιος, ώστε κατόρθωσε εκμεταλλευόμενος τα σαρκικά πάθη του μεγάλου αντιπάλου του Μέττερνιχ, να εκμαιεύει τις απόκρυφες πολιτικές σκέψεις του μέσω της ερωμένης του κόμισσας Δωροθέας Λίβεν, συζύγου του ρώσου πρεσβευτή στο Λονδίνο).
Ο Αλέξανδρος Α΄ ενθουσιασμένος με την επιτυχία του σχεδίου του υπουργού του, λίγες μέρες μετά, του απονέμει το παράσημο του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκη.
Άλλο σημαντικό στέλεχος των Ρώσων μέσα στην Εταιρεία ήταν ο μοραΐτης Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, μέλος της Αρχής με αρχικά “Α.Ι.”. Μυημένος από την αρχή και στενός συνεργάτης του Σκουφά θα σταθεί στο πλευρό του Καποδίστρια και μετά την άφιξη του ως Κυβερνήτη στην Ελλάδα, διοριζόμενος από τον τελευταίο νομάρχης Ηλείας.
Μία από τις επιτυχίες του Αναγνωστόπουλου θεωρείται η στρατολόγηση στις 25/10/1817 στην Φιλική του εξ Αρκαδίας ληστή Αναγνωσταρά ή Παναγιώτη Παπαγεωργίου [του ανθρώπου που θα μυήσει αργότερα τον αρχιλήσταρχο Θόδωρο Κολοκοτρώνη (1/12/1818) και το γιο του Γιαννάκη Κολοκοτρώνη (20/9/1818)] και του μανιάτη Παναγιώτη Δημητρόπουλου (14/11/1817), που θα χρησιμοποιηθεί αργότερα για να σκοτώσει το Γαλάτη. Οι ανωτέρω στρατολογούνται στην Οδησσό μαζί με το μανιάτη Ηλία Χρυσοσπάθη που έχει μυηθεί στις 18/10/1817 από το Σκουφά.
Αναγνωσταράς, Δημητρόπουλος και Χρυσοσπάθης έχουν υπηρετήσει στο στρατό των Ρώσων κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας τους στα Επτάνησα και μεταβαίνουν πλέον ως Φιλικοί από την Οδησσό στην Πετρούπολη όπου θα συναντήσουν μαζί με τον Φαρμάκη τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας τους υποδέχεται και τους τέσσερις φανερά ως αρχηγός της Εταιρείας και τους εφοδιάζει με συστατική επιστολή προς το ρώσο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνοφ.
Άλλα σημαντικά πρόσωπα-κλειδιά του ρώσικου υπουργείου Εξωτερικών μέσα στη Φιλική είναι τα εξής:
1. Ο Κωνσταντίνος Καντιώτης, γραμματέας του Καποδίστρια.
2. Ο αρτινός Γεώργιος Μόστρας, διπλωμάτης στη ρώσικη πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη (μυημένος από το Χριστόδουλο Λουριώτη το Μάιο του 1818).
3. Ο μανιάτικης καταγωγής Γαβριήλ Κατακάζης, σεκρετάριος στη ρώσικη πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη (μυημένος από τον Ηλία Χρυσοσπάθη στις 13/7/1918), ο οποίος το 1834 θα γίνει πρεσβευτής της Ρωσίας στην Αθήνα.
4. Ο Σπύρος Βαλέτας, μέγας γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας (μυημένος από τις 15/11/1818).
5. Ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, μέγας γραμματέας του ηγεμόνα της Μολδαβίας (μυημένος από τις 26/7/1819), ο οποίος το 1822 θα ακολουθήσει τον Καποδίστρια στην Ελβετία και θα κατέβει μαζί του στην Ελλάδα, όταν ο τελευταίος έγινε Κυβερνήτης, για να αναλάβει το υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορικής Ναυτιλίας.
Μέλη της ηγετικής ομάδα της Εταιρείας, που δεν έχουν αναφερθεί ακόμα είναι ο Αντώνης Κομιτζόπουλος, από τα πρώτα μέλη της Αρχής (με αρχικά “Α.Ε.”), μυηθείς από τον Σκουφά το 1815, οι αδελφοί Αθανάσιος και Παναγιώτης Σέκερης (με αρχικά “Α.Η.” και “Α.Κ.”, μυημένοι το 1816 και 1818 αντίστοιχα), ο αρχιμανδρίτης Γρηγόρης Δικαίος ή Παπαφλέσσας (με αρχικά “Α.Μ.”) μυημένος από τον Αναγνωσταρά στις 21/6/1818 και ο Εμμανουήλ Ξάνθος (με αρχικά “Α.Θ.”), ο πιο δειλός και φυγόπονος από τα μέλη της ηγεσίας.
Στις 13 Απριλίου 1818 ο Σκουφάς που έχει φτάσει στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Αναγνωστόπουλο και το Λουριώτη συναντά τον Ξάνθο και του ανακοινώνει την απόφαση για τη μετεγκατάστασή του στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και για την επιτάχυνση των διαδικασιών μύησης. Με εξαίρεση ορισμένα στελέχη που δεν αναφέρονται στους πίνακες των μελών, η Φιλική εκείνη τη στιγμή αριθμεί 33 άτομα.
Όταν ο Σκουφάς πεθαίνει από καρδιά στις 31 Ιουλίου, η Εταιρεία έχει φτάσει τα 71 άτομα. Μέσα δηλαδή σε τρεισήμισι μήνες στρατολογούνται τόσοι όσο τα προηγούμενα τρεισήμισι χρόνια. Πενήντα μέρες αργότερα, στις 21 Σεπτεμβρίου, και ενώ ο αριθμός των μελών έχει ανέλθει στα 106 άτομα, συνεδριάζει στην Κωνσταντινούπολη τμήμα της ηγετικής ομάδας για ένα σοβαρό ζήτημα που έχει προκύψει.
Η απόφαση για ραγδαία ανάπτυξη της Φιλικής καθιστά προβληματική την παραμονή του Καποδίστρια στην ηγεσία της. Έτσι οι Αλέξανδρος Α΄ και Καποδίστριας προσανατολίζονται να αναθέσουν την αρχηγία της Εταιρείας στον στρατηγό και υπασπιστή του τσάρου πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη, γόνο παλαιάς φαναριώτικης αρχοντικής οικογένειες που είχε ενσωματωθεί στο τσαρικό κατεστημένο. Ο νέος αρχηγός πρέπει να απαλλαχθεί από όλα τα άλλα καθήκοντά του και να αφιερωθεί αποκλειστικά στην οργανωτική ανάπτυξη της Φιλικής. Ο Καποδίστριας θα διατηρούσε την υψηλή πολιτική εποπτεία.
Στη συζήτηση της 21/9/1918, η πλειοψηφία της παρευρισκόμενης ηγετικής ομάδας (Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος, Κομιζόπουλος, Πατζιμάδης, Λεβέντης και Π. Σέκερης) αποφασίζει να ζητήσει την παραμονή του Καποδίστρια στην Αρχή. Ο Ξάνθος παρότι μειοψηφεί, υποστηρίζοντας την αρχηγία Υψηλάντη, αναλαμβάνει αφού περάσει πρώτα από το Πήλιο για να πάρει και την υπογραφή του Γαζή, να μεταβεί στην Πετρούπολη προς συνάντηση του Καποδίστρια.
Λίγο μετά τη συνεδρίαση αυτή φτάνει στην Κωνσταντινούπολη ο Νικόλαος Γαλάτης, η πιο σημαντική προσωπικότητα που έχει αναδειχθεί στην Φιλική μετά το Σκουφά. Ο Γαλάτης συνοδεύεται από τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα, που έχει σταλεί στη Μολδοβλαχία ακριβώς για να καλέσει τον Γαλάτη στην Πόλη. Λόγω της ιδιοφυΐας του, του γοητευτικού χαρακτήρα του και των εξαιρετικά μεγάλων οργανωτικών ικανοτήτων του, ο Γαλάτης υπερέχει των άλλων μελών της Αρχής. Στα μάτια ωστόσο του Καποδίστρια και του Τσάρου, εξ αιτίας ενός ισχυρού ρωμαίικου πατριωτισμού που εκδήλωνε και ο οποίος υπερέβαινε τα ρώσικα σχέδια για την Ελλάδα, ο Γαλάτης είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνος. Αποφασίστηκε λοιπόν η δολοφονία του. Την απόφαση θα υλοποιούσε ο Τσακάλωφ, δια χειρός Δημητρόπουλου.
Πράγματι η ηγετική ομάδα της Κωνσταντινούπολης πείθει το Γαλάτη να επιβιβαστεί σε ένα σπετσιώτικο καΐκι για τη Μάνη, όπου υποτίθεται πως θα εργαζόταν για την ανάπτυξη της Εταιρείας. Μαζί του βρίσκονται οι Τσακάλωφ και Δημητρόπουλος. Στο Κρανίδι το καΐκι σταματά και οι δύο τελευταίοι προτείνουν στο Γαλάτη να βγουν για μια μικρή εκδρομή. Ο Γαλάτης δέχεται και όπως γράφει ο Νικόλαος Υψηλάντης, “από κοιλάδα σε κοιλάδα, από λόφο σε λόφο, έφτασαν στη σκιά ενός υπέροχου πλατάνου όπου ο Γαλάτης, αφού έψαλε πατριωτικούς ύμνους, πάλεψε, πήδηξε, έριξε λιθάρι, του ήρθε η όρεξη να σκαρφαλώσει στο δέντρο. Μα ποιο ήταν το τυχερό του! Καθώς αγωνιζόταν ν’ αγκαλιάσει το δέντρο, το μοναδικό μάρτυρα που θα μαρτυρήσει μετά το θάνατό του την αθωότητά του, την πίστη του και το ζήλο του για την πατρίδα, ένα τρομπόνι ρίχτηκε στην πλάτη του από ένα φίλο. Είναι αυτό το ίδιο δέντρο που, με τα πυκνά και σκοτεινά κλαριά του, σκεπάζει τώρα τη στάχτη του και που στον αυλακωμένο από τον κεραυνό κορμό του αρκετοί από τους συμπολίτες του πρότειναν, αντί επιταφίου, να χαραχτούν τα τελευταία λόγια που πρόφερε παραδίνοντας το πνεύμα: τι σας έκαμα;”.
Συνειδητοποιώντας την κυνικότητα των ρώσων αφεντικών του ο Τσακάλωφ, φοβούμενος πια ακόμα και για την ίδια τη ζωή του, καταφεύγει στην Πίζα της Ιταλίας όπου και παραμένει μέχρι την εισβολή του μισθοφορικού στρατού του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, οπότε και επιστρέφει για να γίνει υπουργός του προαναφερόμενου.
Η δολοφονία ωστόσο του Γαλάτη δεν είναι η μόνη. Θα ακολουθήσει αργότερα, λόγω αποκλίσεων από τις τσαρικές εντολές, η δολοφονία του Κυριάκου Καμαρι(α)νού.
Ο Κυριάκος Καμαρινός, από τις Καμάρες της Μεσσηνίας, μυήθηκε στη Φιλική στις 15/7/1818 από τον Παπαφλέσσα. Αμέσως ο Σκουφάς, λίγο πριν πεθάνει, τον στέλνει στη Μάνη, όπου στις 2 Αυγούστου μυεί τον διοικητή της Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο Μαυρομιχάλης ζητά αμέσως χρήματα από τη Φιλική και εισπράττει 32000 γρόσια, μυθώδες ποσό για την εποχή εκείνη. Η μανιάτικη ωστόσο απληστία του Μαυρομιχάλη, τον ωθεί να στείλει τον Καμαρινό στην Πετρούπολη να ζητήσει και άλλα χρήματα. Ο Καμαρινός συναντάται διαδοχικά με τον Καποδίστρια και τον Υψηλάντη, ο οποίος έχει αναλάβει την αρχηγία της Εταιρείας. Ο Καποδίστριας του δίνει ένα χρηματικό ποσό αλλά με τον Υψηλάντη επέρχεται ρήξη, καθώς ο Καμαρινός υπερεκτιμά τη σημασία των Μανιατών εν όψει της επερχόμενης εξέγερσης. Η ρήξη είναι τέτοια ώστε ο Καμαρινός αμφισβητεί ανοικτά τις ικανότητες και την κρίση του νέου αρχηγού. Αποτέλεσμα αυτής του της αμφισβήτησης είναι να εγκαταλείψει τα εγκόσμια μαζί με το δούλο του, πνιγμένος στο Δούναβη με εντολή του Υψηλάντη από τα μέλη Φιλικής Διονύση Ευμορφόπουλο, Βασίλη Καραβιά και Αντρέα Σφαέλο.
Στο μεταξύ, ο Καποδίστριας με εντολή του τσάρου και πρόφαση την επίσκεψη στους γέροντες γονείς του, μεταβαίνει στην Κέρκυρα το Μάρτιο του 1819 για να συντονίσει τη δράση των μελών της Φιλικής. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η συνάντησή του εκεί με το Θόδωρο Κολοκοτρώνη, πιστό όργανο της ρώσικης πολιτικής, καθώς επίσης με τους Μποτσαραίους, εκπροσώπους των ορθοδόξων αλβανών ληστοσυμμοριτών της Τσαμουριάς, των γνωστών Σουλιωτών, της μεγαλύτερης πληγής του αγροτικού πληθυσμού της Ηπείρου.
Ο Ξάνθος φτάνει στην Πετρούπολη στις 15 Ιανουαρίου 1920 και συναντάται τουλάχιστον δύο φορές με τον Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας προφανώς του εξηγεί πως (και γιατί) έχει παρθεί η απόφαση για ανάληψη της αρχηγίας της Φιλικής από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Εξάλλου ο Ξάνθος ήταν, αν και μειοψηφών, υπέρ αυτής της λύσης. Ήδη οι τρεις αδελφοί του Υψηλάντη, Νικόλαος, Γεώργιος και Δημήτριος, είχαν ενταχθεί στην Εταιρεία, ο πρώτος από το 1818, ο δεύτερος το 1819 και ο τρίτος πρόσφατα. Ο Ξάνθος συνοδευόμενος από το μέλος της Φιλικής και ξάδελφο του Υψηλάντη Ιωάννη Μάνο, έρχεται σε επαφή με τον Αλέξανδρο και του ανακοινώνει εξ ονόματος των υπολοίπων στελεχών την εν λευκώ αποδοχή του ως γενικού αρχηγού.
Ο Υψηλάντης συναντάται με τον Καποδίστρια όπου ρυθμίζονται τα της διαδοχής και η μεταβίβαση της αρχηγίας. Στη συνέχεια Ξάνθος, Μάνος και Υψηλάντης συνυπογράφουν στις 12 Απριλίου την ανάληψη της Αρχής από τον τελευταίο. Την ημέρα εκείνη η Εταιρεία αριθμούσε 481 μέλη.
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τους επόμενους μήνες θα συζητήσει “πλειστάκις” στην Πετρούπολη και στο Τσάρκοϊ Σέλο, με τον τσάρο για την πορεία ανάπτυξης της Φιλικής Εταιρείας.
Το Φεβρουάριο του 1821, όλα είναι έτοιμα. Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες έχει συγκροτηθεί μυστικά μισθοφορικός στρατός. Η Εταιρεία των Φιλικών έχει απλώσει τα δίχτυα της σε όλα σχεδόν τα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου ζουν Ρωμιοί. Ο Υψηλάντης βρίσκεται στο Κισίνοβο της Βεσσαραβίας με τους επιτελείς του και περιμένει την εντολή του Αλεξάνδρου Α΄ για να προχωρήσει στη μεγάλη κίνηση. Στις 17 Φεβρουαρίου φτάνει στα χέρια του η επιστολή του τσάρου από το Τροπάου της Σιλεσίας (όπου βρισκόταν με τον Καποδίστρια σε διεθνή διάσκεψη) που του δίνει την εντολή να προχωρήσει σύμφωνα με το ρώσικο σχέδιο. Ο Υψηλάντης αποστέλλει στα στελέχη του επιστολές με στρατιωτικές πλέον διαταγές και το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου, ντυμένος με τη στολή του ρώσου στρατηγού και εικοσαμελή συνοδεία, περνάει τον Προύθο και εισέρχεται στη Μολδαβία για να συναντήσει τους πρώτους μισθοφόρους του στο Σκουλένι.
Η ρώσικη Εταιρεία των Φιλικών εκπλήρωνε την αποστολή της με απόλυτη επιτυχία. Η φωτιά που άναβε στη Μολδοβλαχία θα έφτανε σε λίγες μέρες στην Ελλάδα. Αυτή η φωτιά που έκαψε τα επόμενα χρόνια όλη τη χώρα και ονομάστηκε “επανάσταση του 1821”, θα σβηστεί από αυτούς που την άναψαν (: τους Ρώσους) όταν θα έχουν εξασφαλίσει τη δημιουργία ενός προτεκτοράτου με κυβερνήτη τον πρώην υπουργό των Εξωτερικών τους: τον εμπνευστή και δημιουργό της Φιλικής, κόμη Ιωάννη Καποδίστρια.